αἱματίτης

αἱματί̱της , αἱματίτης
blood-like
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιματίτης — Ορυκτό του σιδήρου (Fe2O3) που κρυσταλλώνεται στην ολοεδρία του τριγωνικού συστήματος. Ο α. παρουσιάζεται συχνά σε καλά σχηματισμένους κρυστάλλους, που πολλές φορές έχουν ποικίλη εξωτερική εμφάνιση: συσσωματώματα με ινώδη ακτινωτό ιστό, μορφές… …   Dictionary of Greek

  • αιματίτης — ο ορυκτό κόκκινου χρώματος οξείδιο του σιδήρου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σίδηρος — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Fe·ανήκει στην όγδοη ομάδα του περιοδικού συστήματος, έχει ατομικό αριθμό 26, ατομικό βάρος 55,85, σημείο τήξης 15300C, σημείο ζέσης 27350C, ειδικό βάρος 7,86, τέσσερα σταθερά ισότοπα και τρία ραδιενεργά. Ο σ. μεταξύ… …   Dictionary of Greek

  • υδροαιματίτης — ο, Ν (ορυκτ.) μικροκοκκώδης αιματίτης με απορροφημένο νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. hydrohematite (< υδρ[ο] * + αιματίτης). Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στο Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν] …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Ορυκτολογικό Λαυρίου — Στεγάζεται από το 1986 σε ένα αναπαλαιωμένο πέτρινο κτίριο του 1873 (Α. Κορδέλλα), δείγμα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αι., και ανήκει στην Εταιρεία Μελετών της Λαυρεωτικής. Από τα χίλια περίπου δείγματα ορυκτών της συλλογής της… …   Dictionary of Greek

  • Hematite — For other uses, see Hematite (disambiguation). Hematite Hematite (blood ore) from Michigan (unknown scale) General Category …   Wikipedia

  • Hematite — Hématite Hématite Général Nom IUPAC trioxyde de difer, Oxyde de fer rouge, Oxyde de fer jaune No CAS …   Wikipédia en Français

  • Hématite — Catégorie IV : oxydes et hydroxydes[1] Hématite Rose de Fer Ouro Preto, Brésil (6x3,6 cm) …   Wikipédia en Français

  • Oligiste — Hématite Hématite Général Nom IUPAC trioxyde de difer, Oxyde de fer rouge, Oxyde de fer jaune No CAS …   Wikipédia en Français

  • hematites — (Del gr. haimatites, sanguíneo.) ► sustantivo femenino MINERALOGÍA Mineral de aspecto terroso que se encuentra mezclado con arcillas y otras impurezas, que es una mena de hierro importante y muy extendida. IRREG. plural hematites * * * hematites… …   Enciclopedia Universal

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.